Τόσο αληθινό που πονάει: οικοδομώντας μια καινούργια δημοκρατία

Illustration: Beth Whitney
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: BETH WHITNEY

Μια Πέμπτη βράδυ, γυρνώντας από μία συνάντηση της κοινότητας, έφτασα με μερικούς νοτιοασιάτες φίλους στην κατάληψη της Γουόλ Στριτ. Εκεί μας μοίρασαν ένα χαρτί με το προσχέδιο του κειμένου της Διακήρυξης της Κατάληψης.

Το προηγούμενο βράδυ, στη Γενική Συνέλευση, είχα ακούσει κάποιον να διαβάζει τη Διακήρυξη δυνατά στον κόσμο. Γύρισα και κοίταξα τον φίλο μου τον Sonny, καθώς ένα κομμάτι του κειμένου το ένιωσα σαν γροθιά στο στομάχι: «Όλοι μαζί σαν ένας λαός, άνθρωποι που προηγουμένως διαχωριζόμασταν από το χρώμα του δέρματός μας, το φύλο, τις σεξουαλικές μας προτιμήσεις, τη θρησκεία, τις πολιτικές μας πεποιθήσεις και τις πολιτισμικές μας παραδόσεις…». Αρχικά το προσπεράσαμε, θεωρώντας το απλώς ρητορικό σχήμα. Στη συνέχεια, όμως, συνειδητοποιήσαμε ότι αυτό το κείμενο επρόκειτο να είναι η Διακήρυξη του κινήματος, ένα κείμενο που θα μοιραστεί στον κόσμο και θα προσδιορίσει την κατάληψη. Το προτεινόμενο κείμενο αγνοούσε τους ανθρώπους που έρχονταν από πρώην αποικιοκρατούμενες χώρες καθώς και τις εδώ κοινότητες, στις οποίες η δημοκρατική συμμετοχή κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Αυτό, ήταν κάτι που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Αλλά, επίσης, δεν μπορούσα να γυρίσω την πλάτη μου ούτε στο κείμενο, ούτε στο ίδιο το κίνημα .

Έτσι, το νοτιοασιατικό ριζοσπαστικό μας φρόνημα αντέδρασε. Η φίλη μου η Χένα απευθύνθηκε σε ένα πλήθος εκατοντάδων ανθρώπων εκφράζοντας την ανησυχία μας. Μας είπαν να τους στείλουμε ένα mail και ότι το ζήτημά μας θα εξεταζόταν εν καιρώ. Η Χένα επέμεινε, αλλά και πάλι οι συντονιστές της Γενικής Συνέλευσης θέλησαν να παρακάμψουν τη διαμαρτυρία μας και να τη μεταθέσουν για αργότερα. Επίσης, μας προειδοποίησαν ότι το να «μπλοκάρουμε» την έγκριση της Διακήρυξης ήταν μια πολύ σοβαρή κίνηση. Το ξέραμε ότι ήταν πολύ σοβαρό. Γι’ αυτό άλλωστε το κάναμε.

Είναι τρομακτικό να μιλάς μπροστά σε εκατοντάδες κόσμου, αλλά είναι ακόμη πιο έντονο το συναίσθημα του να μιλάς μπροστά σε εκατοντάδες κόσμου με τους οποίους νιώθεις πως βρίσκεσαι στο ίδιο μήκος κύματος — και στους οποίους λες κάτι που δε θέλουν απαραιτήτως να ακούσουν. Εξηγήσαμε στην Γενική Συνέλευση ότι αυτό που ζητούσαμε ήταν μια μικρή  φραστική αλλαγή, η οποία όμως θα καταδείκνυε έναν ευρύτερο ηθικό προβληματισμό. Είπαμε ότι δεν είναι δυνατόν  να απουσιάζει από αυτό το ιδρυτικό κείμενο μια ολόκληρη ιστορία καταπίεσης. Τους προτείναμε να σβηστεί αυτό το κομμάτι, και μετά από μια σύντομη συζήτηση, τελικά το αποδέχθηκαν. Τότε μόνο αποσύραμε την ένστασή μας. Ο φίλος μου ο Σόνυ γύρισε και, κοιτάζοντάς με στα μάτια, μου είπε: «Τα κατάφερες». Ποτέ δεν είχα νιώσει την ανάγκη να ακούσω αυτές τις λέξεις περισσότερο από εκείνη τη στιγμή.

Μετά το τέλος της συνέλευσης, μίλησα με κάποιους  από τους άντρες που είχαν επιμεληθεί το κείμενο. Επιτρέψτε μου να σας πω πώς αισθάνεται μια έγχρωμη γυναίκα μιλώντας περί προνομίων μπροστά σε λευκούς άντρες: Πονάει, είναι κουραστικό. Μερικές φορές σε κάνει να θέλεις να κλάψεις. Άλλες, πάλι, είναι ανακουφιστικό. Όπως και να ’χει, είναι πάντα δύσκολο. Κάθε φορά, θυμώνω που είμαι υποχρεωμένη να κάνω κάτι το οποίο δεν θα έπρεπε να είναι δική μου δουλειά. Κάθε φορά όμως είμαι υπερήφανη για τον εαυτό μου, που κατάφερα να πω πράγματα που κάποτε δεν μπορούσα και που μερικές φορές απλώς δεν θέλω πω.

Σε αυτό το «πηγαδάκι» μετά τη συνέλευση κάναμε υπερεντατικό μάθημα πάνω στα προνόμια των λευκών, το δομικό ρατσισμό και την καταπίεση. Κάναμε ένα μάθημα ιστορίας σχετικά με τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας, την αποικιοκρατία και τη σκλαβιά. Ήταν αληθινό. Ήταν δύσκολο. Με πόνεσε. Αλλά οι άνθρωποι ακούγαν. Καθισμένοι σε μια γωνιά του δρόμου στο Φαϊνάνσιαλ Ντίστρικτ στις 11:30 το βράδυ, συζητούσα με είκοσι άντρες, ως επί τω πλείστον λευκούς, και ένιωθα ότι άξιζε τον κόπο. Το γεγονός ότι τους μιλούσα για τον τρόπο με τον οποίο οι έγχρωμες γυναίκες, όπως εγώ, βιώνουμε τον κόσμο –τις σχέσεις εξουσίας, τις ανισότητες και την καταπίεση που εξουσιάζει τον κόσμο– έμοιαζε με μικρή νίκη.

Μία νίκη όχι μόνο ατομική, για μένα ή για όσους αισθάνονται όπως εγώ, αλλά μία νίκη του κινήματος. Επιστρέφοντας στο σπίτι τη νύχτα εκείνη με το ποδήλατό μου από τη Γέφυρα του Μπρούκλιν, ο κόσμος έμοιαζε κατά κάποιο τρόπο να είναι δικός μου. Έμοιαζε σαν να είναι ο κόσμος, όπως θα μπορούσε να είναι για όλους μας.


της  Manissa McCleave Maharawal

Αυτό το άρθρο είναι επίσης διαθέσιμο σε: Αγγλικα, Ισπανικα, Πορτογαλικα, Τουρκικα

Περίπου ο συντάκτης:

. Follow him on Twitter / Facebook.